Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Αόρατο νήμα

Εκατομμύρια άγουρες ζωές-νήματα σφηνώνονται στην μικροσκοπική τρυπίτσα της καρφίτσας της ενηλικίωσης.Με το πέρασμα του χρόνου πετιώνται σπόροι,κουκούτσια,χυμοί και βγαίνει απο την άλλη ξερακιανό το νήμα της ζωής ίδιο με τα άλλα,απαράλλαχτο.Είτε ξεφλουδισμένα,είτε πιο λεπτά,είτε πιο φουσκωτά τα νήματα ακολουθούν την ειμαρμένη της ομοιομορφίας.Τα πιο αδύναμα θα πεταχτούν πριν περάσουν την σχισμή.Τιμωρείται αυστηρά όλο το κέντημα αν επέλθει σήψη σε κάποιο σημείο.Το κάθε νήμα αναπόσπαστο μέρος του τελικού κεντήματος.Αδύνατη η επιστροφή στην πρότερη κατάσταση.
Το δικό μου νήμα,απειθάρχητο,συνέχεια ξεφτίζει,δεν είναι ίσιο,ξεμαλλιάζεται,στραβώνει μέχρι που φτάνει στο τελικό σημείο εξαφάνισης.Ποτέ δεν πήρε το σχήμα της τρυπίτσας.Ποτέ δεν πλέχθηκε μαζί με τα άλλα.Ποτέ δεν φορέθηκε παρά την θελήσή του.
Να χάνεσαι ζωντανός.Και αυτό ειναι Νίκη.
Κ.Μ.

Μετά το τέλος

Λοξοδρομώ απο την πομπή της κηδείας.Πως να ξεχωρίσω τα ολόιδια χιλιάδες μονοπάτια;Χάθηκα Πάλι.
Νίκος Β. Ετων 83

Ξαπλώνω στο δροσερό χορτάρι με το μέσα βλέμμα στο φυλακισμένο κύμβαλο που σπαράζει.Πως θα γαληνέψει η ψυχή.Πως θα γίνει ένα με την ομαλή πορεία της φύσης;Τα χρόνια που απομένουν αναπνοές στα κύτταρα του πεύκου.Μια φυσική ένωση,μια καταιγίδα.Πελώρια κύματα που τερματίζουν στο εκατοστάρι της ακτής.Κανείς δεν σκέφτηκε ποιο να τερμάτησε πρώτο.

Κ.Μ.

Σήμερα

Σε τούτη την λαμπερή εποχή η ψυχή σκοτεινή και διαπέραστη.Κανένας πόνος δεν τραγουδιέται πια.Το κορμί μας γεμάτο πληγές που κακοφορμίζουν,τις διαπερνούν τα πελώρια κύματα-τα μόνα σε κίνηση-.Το αλάτι νοστιμίζει την άνοστη,αδιάφορη σάρκα μας.
Έφραξε  και το δρομάκι των δακρύων που κουβαλούσε λίπασμα στα άγονα κατάβαθα της ύπαρξης.
Η αγάπη... ακόμα ζει χωμένη σε βώμικους υπονόμους,φορώντας σκισμένα κουρέλια.Δεν αγαπιέται.Γυρνά ξυπόλυτη και χαμένη,διωγμένη... στους λαμπερούς φωτεινούς δρόμους της μοναξιάς του καθένα.

Απόγευμα στην καφέ κούνια

Τα παιδικά χρόνια ξυπνάνε στα ιδρωμένα ενήλικα όνειρα της οργής και της ματαίωσης.Τα φρεσκοπλυμένα σεντόνια με άρωμα μέντας με τυλίγουν σε έναν ηδονικό ίλλιγγο θαλπωρής.
Ντάλα ήλιος,σερβίτσια ακουμπισμένα με απόσταση ακριβείας στο τραπέζι.Καυτή ψαρόσουπα που ευωδιάζει πέλαγο.Καλοκαίρι.
Ξύπνησα.Ανεβαίνω στα δυο πόδια της γιαγιάς που με οδηγούν στις κούνιες.Στην ακριανή καφέ κούνια κάθε απόγευμα προετοιμάζω βήμα-βήμα την ενήλικη απογείωση.Κατεβάζω την προστατευτική αλυσίδα και αναμένω των προγόνων τις οικείες φωνές να δίνουν το λάκτισμα της ώθησης.Συνεπαρμένος γελώ απο αγαλίαση και ανείπωτη ευτυχία.Στιγμή αποδέσμευσης και η αδρεναλίνη του άγνωστου κενού-τίποτα.
Μέσα σε ένα αόρατο δίκτυ γεμάτο δώρα,ουράνιο βρίσκομαι.Κάθε φορά που η κούνια με πετάει ψηλά πιάνω στον αέρα πολύτιμα δώρα,συλλέγω νέους θυσαυρούς.Στέκομαι κάμποση ώρα χωρίς βαρύτητα.Βλέπω καθαρά πια χαμόγελα και νεύματα να με επιβεβαιώνουν.Διαπερνώ το σύμπαν του χρόνου.Χαρούμενα πρόσωπα που κάποτε έσπρωχναν την κούνια τώρα βρίσκονται στην μπροστινή μου πλευρά  με μια έκφραση πληρότητατας.Με κοιτούν κατάματα με μάτια ορθάνοιχτα και φωτεινά που ρίχνουν άπλετο φως στα μισοσκότεινα σοκάκια του μυαλού.Κεντάνε με αστέρια τους νεόχτιστους δρόμους που διανύω.
Πατρίδα αγαπημένη εσυ κατοικείς την πιο βαθιά μου ύπαρξη.Πως θα σου ξεπληρώσω το αίμα που μου παρέδωσες  και τις ανάσες που ανασαίνουν μέσα μου;

Κ.Μ.

Ηττημένη Νίκη

Οι άνεμοι αλλάζουν τακτική,την άβουλη θάλασσα εξουσιάζουν,κυρίαρχοι κατακτητές σαρώνουν τις επιφάνειες της γης.
Ανοίγει το στόμα του ο Βοριάς και ρουφά με μανία,αποστεώνει τις ακτές,αχορταγα πίνει φρέσκους χυμούς,κατατρώει καρπούς,στέλνει στον κρατήρα του βυθού τα μικρά πλωτά χωριά των ψαράδων.
Δεν ανοίγει παρτίδες η θάλασσα,ξεσκίζει τα ξένα σώματα που μάχονται να την εξημερώσουν ή την κατοικούν για λίγο.

Νερό και αέρας σε ιερή συμμαχία.
Ξεβράζει το σκασμένο πύον της γης ο Νοτιάς,πλημμυρίζει κιτρινίλα τις ακτές.Το νερό κοχλάζει.Τα καράβια καρφώνονται στα βράχια μαρμαρωμένα για πάντα "στήλη άλατος".
Η θάλασσα καθαρίζει τα εσωψυχά της.Μόνο κάποιο γυάλινο μπουκάλι με φθαρμένα λόγια νοσταλγίας αφήνει να φτάσει στον παραλήπτη.Παράπλευρη νίκη ήδη ηττημένη απο τον χρόνο.


Κ.Μ.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

Ενθάδε κείται

Στην είσοδο της σπηλιάς  μια ελπίδα,παρότι άγνωστο,μαζί με τους κρυστάλλους που λούζουν τα μαλλιά και κυλάνε στο κορμί,τρομαγμένος ακούω τα εκκωφαντικά αναφιλητά στο πρώτο φως της ζωής μαζί με το καταιγιστικό χειροκρότημα της επιτυχιας.
Πιο βαθιά περπατώ,η σπηλιά στενεύει επικίνδυνα,σκύβω,παγωμένη ξάφνου ατμόσφαιρα φέρνει στιγμιαία συγκοπή.Νοιώθω την κατακόκκινη αδρεναλίνη της δημιουργίας να μου γεμίζει τα πνευμόνια,μου φουσκώνει την κοιλιά.Προχωρώ ακόμη περισσότερο,τρέχω,τώρα δεν μπορώ πια να κάνω πίσω.
Ένα σώμα ενώνεται με το δικό μου σε μια ιδρωμένη νυχτερινή συμφωνία.
Ακολουθούν τα υπεραντλαντικά ταξίδια στα πέντε βήματα της ανήμπορης,εξακολουθητικής και ολόιδιας πορείας.Τώρα δεν φοβάμαι.Ξέρω.Μου είπαν τι πρέπει να κάνω.Ακούω πάλι απο πολύ μακριά ένα αυτή την φορά οικείο τρανταχτό γέλιο που καρφώθηκε στη μνήμη.Το κρατάω μέσα μου,οπλίζομαι,όχι δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω.
Οι δακρυσμένοι κρύσταλλοι των όρκων της αιώνιας πίστης και τα κοφτερά παγωμένα αντίο πέφτουν σαν ακονισμένες λεπίδες σε μανιασμένη κάθετη ευθεία.
Τρεμάμενο κερί διακρίνω στο ομιχλώδες σκοτεινό βαθύ τέλος της σπηλιάς.Εκεί θα καταλήξω,εκει θα βρω την έξοδο στο αληθινό φως.Προχωράω με σιγουριά και μπόλικη γνώση προς το τρεμάμενο νυσταγμένο κερί.Ω!Ναι!Τι ειρωνία.Το είχα καταλάβει.Κοιτώ πάνω,κανένα άνοιγμα πουθενά.Κανένα φως.
Όλη η πορεία αυτο το κενοτάφιο της μη ύπαρξης.Ασύλητο κενοτάφιο η πορεία.Επτασφράγιστο το κενό για να μην φαίνεται πιο μεγάλο και πιο τρομαχτικό.Δεν με βρήκα πάλι,ούτε κανένας άλλος.Με απορροφά η γη,πόση δροσιά και γαλήνη,ηρεμία ανακουφιστική,ένας σταλακτίτης που περιμένει να πέσει υπομονετικά.Άραγε υπήρξα ποτέ σταγόνα βροχής που ψηλάφισε τον Ήλιο;Άραγε σε ποιο σημείο πραγματικά βρίσκομαι και καταγράφω την πορεία μου;


Κ.Μ.