Τα παιδικά χρόνια ξυπνάνε στα ιδρωμένα ενήλικα όνειρα της οργής και της ματαίωσης.Τα φρεσκοπλυμένα σεντόνια με άρωμα μέντας με τυλίγουν σε έναν ηδονικό ίλλιγγο θαλπωρής.
Ντάλα ήλιος,σερβίτσια ακουμπισμένα με απόσταση ακριβείας στο τραπέζι.Καυτή ψαρόσουπα που ευωδιάζει πέλαγο.Καλοκαίρι.
Ξύπνησα.Ανεβαίνω στα δυο πόδια της γιαγιάς που με οδηγούν στις κούνιες.Στην ακριανή καφέ κούνια κάθε απόγευμα προετοιμάζω βήμα-βήμα την ενήλικη απογείωση.Κατεβάζω την προστατευτική αλυσίδα και αναμένω των προγόνων τις οικείες φωνές να δίνουν το λάκτισμα της ώθησης.Συνεπαρμένος γελώ απο αγαλίαση και ανείπωτη ευτυχία.Στιγμή αποδέσμευσης και η αδρεναλίνη του άγνωστου κενού-τίποτα.
Μέσα σε ένα αόρατο δίκτυ γεμάτο δώρα,ουράνιο βρίσκομαι.Κάθε φορά που η κούνια με πετάει ψηλά πιάνω στον αέρα πολύτιμα δώρα,συλλέγω νέους θυσαυρούς.Στέκομαι κάμποση ώρα χωρίς βαρύτητα.Βλέπω καθαρά πια χαμόγελα και νεύματα να με επιβεβαιώνουν.Διαπερνώ το σύμπαν του χρόνου.Χαρούμενα πρόσωπα που κάποτε έσπρωχναν την κούνια τώρα βρίσκονται στην μπροστινή μου πλευρά με μια έκφραση πληρότητατας.Με κοιτούν κατάματα με μάτια ορθάνοιχτα και φωτεινά που ρίχνουν άπλετο φως στα μισοσκότεινα σοκάκια του μυαλού.Κεντάνε με αστέρια τους νεόχτιστους δρόμους που διανύω.
Πατρίδα αγαπημένη εσυ κατοικείς την πιο βαθιά μου ύπαρξη.Πως θα σου ξεπληρώσω το αίμα που μου παρέδωσες και τις ανάσες που ανασαίνουν μέσα μου;
Κ.Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου